βραδυκίνητος

βραδυκίνητος
η , ο [ος , ον ] медлительный, неповоротливый

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "βραδυκίνητος" в других словарях:

  • βραδυκίνητος — slow moving masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραδυκίνητος — η, ο (AM βραδυκίνητος, ον) αυτός που κινείται αργά ή ενεργεί με νωθρότητα …   Dictionary of Greek

  • βραδυκίνητος — η, ο 1. αυτός που κινείται αργά, ο αργοκίνητος: Στη δεξιά λωρίδα του δρόμου κινούνται μόνο τα βραδυκίνητα οχήματα. 2. μτφ., ο νωθρός: Είναι πάντα βραδυκίνητος, σαν να μην έχει τίποτα να κάνει …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βραδυκινητότερον — βραδυκίνητος slow moving adverbial comp βραδυκίνητος slow moving masc acc comp sg βραδυκίνητος slow moving neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραδυκίνητον — βραδυκίνητος slow moving masc/fem acc sg βραδυκίνητος slow moving neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραδυκινητότερα — βραδυκίνητος slow moving neut nom/voc/acc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραδυκινήτου — βραδυκίνητος slow moving masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραδυκίνητα — βραδυκίνητος slow moving neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραδυκίνητοι — βραδυκίνητος slow moving masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αργός — I Πόλη (υψόμ. 40 μ., 24.239 κάτ.), του νομού Αργολίδος, έδρα του ομώνυμου δήμου. Χτισμένο στη θέση της αρχαίας πόλης, διατήρησε το ίδιο όνομα από πανάρχαια χρόνια. Σήμερα είναι ανεπτυγμένο εμπορικό και βιομηχανικό κέντρο με ωραία ρυμοτομία.… …   Dictionary of Greek

  • βαρυκίνητος — και βαριοκίνητος, η, ο 1. αυτός που κινείται δύσκολα, ο βραδυκίνητος 2. εκείνος που μπορεί να μετατοπιστεί με δυσκολία …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»